καρᾱνιστής


καρᾱνιστής
καρᾱνιστής, , den Kopf, das Leben kostend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καρανιστής — (καρανιστής, ὁ) (Α) αυτός που θανατώνει με αποκεφαλισμό («καρανιστὴς μόρος» θάνατος με αποκεφαλισμό, Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κάρανον, πιθ. μέσω ενός αμάρτ. ρ. *καρανίζω] …   Dictionary of Greek

  • καρανιστής — καρᾱνιστής , καρανιστής masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.